|
Το 1997, μετά από συνεργασία όλων των Συλλόγων των οποίων τα μέλη κατάγονται
από τα χωριά Μιστί ,Τσαρικλί, Τσελτεκ και Δίλα της Καππαδοκίας ,
πραγματοποιήθηκε η πρώτη πανελλαδική συνάντησή τους στη Μάνδρα Λάρισας. Από
τότε , κάθε χρόνο, όλοι οι Καππαδόκες,οι καταγόμενοι από τα προαναφερθέντα
χωριά συναντιώνται και σε διαφορετικό μέρος σε μία γιορτή αναβίωσης εθίμων –
παρουσίασης χορών από τις αλησμόνητες πατρίδες και γνωριμίας με νέους
Καππαδόκες. Ο ήχος της μουσικής, οι κινήσεις των χορευτών , τα
χιουμοριστικά σχόλια των θεατρικών ομάδων, η ζεστασιά των ανθρώπων που συμμετέχουν
και που απλόχερα μοιράζουν ευγένεια, καλοσύνη και φιλικότητα δημιουργούν
μια ατμόσφαιρα ειδυλλιακή με αποτέλεσμα όλοι να δίνουν με περισσό ζήλο το
δυναμικό παρόν τους σε κάθε αντάμωμα. Το αξιοσημείωτο των συνάντησεων αυτών
είναι η συνεχή επικοινωνία των ανθρώπων που συμμετέχουν σ' αυτές και η
γνωριμία πολλές φορές συγγενών που λόγω τις εγκατάστασης των προγόνων τους
σε διαφορετικούς τόπους μετά την μικρασιατική καταστροφή , δεν είχαν την
ευκαιρία της επαφής με αποτέλεσμα την αποξένωσή τους. Πέραν όμως των
ουσιαστικών λόγων που αναφέρθηκαν παραπάνω τα αντάμωματα αυτά δίνουν την
ευκαιρία στους κατοίκους των πόλεων στις οποίες φιλοξενούνται να γνωρίσουν
μία πλούσια παράδοση άγνωστη σε πολλούς. Τα συνέδρια που γίνεται στα
πλαίσια των ανταμώματων αυτών στα οποία συμμετέχουν τα Δ.Σ. των Συλλόγων
δίνουν την ευκαιρία στους Καππαδοκικούς Συλλόγους να ορίζουν την πορεία
τους θέτοντας από κοινού στόχους για την καλύτερη ανάδειξη του Καππαδοκικού
στοιχείου τόσο στον ελλαδικό όσο και στον ευρύτερο χώρο.
|
1997
|
ΜΑΝΔΡΑ - Ν.ΛΑΡΙΣΗΣ
|
|
1998
|
ΞΑΝΘΗ
|
|
1999
|
ΚΟΝΙΤΣΑ-Ν.ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
|
|
2000
|
ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΜΑ-Ν.ΚΑΒΑΛΑΣ
|
|
2001
|
ΜΑΥΡΟΛΟΦΟΣ-Ν.ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ
|
|
2002
|
ΞΗΡΟΧΩΡΙ- ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
|
|
2003
|
ΑΓΙΟΝΕΡΙ- ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
|
|
2004
|
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ-Ν.ΕΒΡΟΥ
|
|
2005
|
ΜΑΝΔΡΑ - Ν.ΛΑΡΙΣΗΣ
|
|
2006
|
ΚΡΗΝΙΔΕΣ-Ν.ΚΑΒΑΛΑΣ
|
ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΙΣΤΙ
Χωριό που βρίσκεται στο οροπέδιο Μπουντάκ Οβά, με υψόμετρο 1420μ.απο την
επιφάνεια της θάλασσας. Η Καππαδοκία κατοικήθηκε από Έλληνες από τους
αρχαιοτάτους χρόνους. Μεγάλη μετανάστευση μισθοφόρων παρατηρήθηκε κατά την
εποχή του Μ. Αλεξάνδρου από την Ελλάδα στην Μικρά Ασία, οι οποίοι
δημιούργησαν πόλεις και χωριά όπως την Αρχαιλαϊδα, τα Τύανα, το Προκόπι,
την Αξός, τα Λίμνα,το Σεμέντερε,τα Σύλατα ,το Μιστί και πλήθος άλλων
χωριών.
Όσο για το όνομά του κάποιοι λένε ότι το πήρε από τους μισθοφόρους του
Μεγάλου Αλεξάνδρου οι οποίοι κατά την κάθοδό τους προς τους Πέρσες λόγω των
άσχημων συνθηκών διαβίωσης αποφάσισαν να εγκατασταθούν εκεί, άλλοι
υποστηρίζουν ότι το πήρε κατά τους Βυζαντινούς χρόνους από μισθοφόρους
αγρότες .
Το Μιστί ήταν ένα χωριό σκαλισμένο στο έδαφος. Το έδαφος στην περιοχή
αποτελείται από μαλακό βράχο ο οποίος ήταν πολύ εύκολο να λαξευτεί. Με τον
τρόπο του λαξεύματος δημιούργησαν τα υπόγεια σπίτια τους τα οποία
διαμόρφωναν σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Η στέγη των σπιτιών γινόταν με
κουπέδες(καμάρες) τις οποίες σκέπαζαν από πάνω με χώμα που πατούσαν τις
βροχερές μέρες με έναν κύλινδρο για να σταθεροποιηθεί. Χαρακτηριστικό του
χωριού όχι μόνο οι υπόγειες κατοικίες, μα και οι υπόγειοι δρόμοι ,τα
υπόγεια πηγάδια, οι υπόγειες πλατείες και τέλος η υπόγεια εκκλησία του στην
οποία για να κατεβείς από την επιφάνεια του εδάφους κατέβαινες ,όπως λένε
οι παλαιότεροι ,σαράντα σκαλιά. Όλο αυτό το χωριό σκαλίστηκε στο υπέδαφος
λόγω της ανάγκης που είχαν οι κάτοικοί του να προστατευτούν από εξωτερικούς
κινδύνους ,όπως ήταν οι επιδρομές των ληστών, και από την έννομο τάξη των
Τουρκικών αρχών , καθώς απέφευγαν την κατάταξή τους στον Τούρκικο
στράτευμα. Από τα πιο αμιγή ελληνοχριστιανικά χωριά της Καππαδοκίας ήταν το
Μιστί. Οι παππούδες αναφέρουν ότι περίπου στο 1900 οι κάτοικοί του
πλησίαζαν τις 4000χιλ. περίπου χίλιες οικογένειες. Οι κάτοικοί του ήταν
φιλειρηνικοί.
Σύμφωνα με το ΔΕΛΤΙΟ ΚΕΝΤΡΟΥ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ «ΜΕΛΠΩ ΜΕΡΛΙΕ» (έκδοσης
του 1977),το Μιστί ανήκει σε μία από τις δύο μεγάλες περιφέρειες της Καππαδοκίας,
στην περιφέρεια της Νίγδης. Η άλλη περιφέρεια είναι της Καισαρείας.
Υπολογίζεται ότι το Μιστί είναι χωριό με πάνω από 3036 κατοίκους. Από το
Μιστί δημιουργήθηκαν άλλα δύο χωριά τα Δήλα ,που διοικητικά ανήκαν στην
Περιφέρεια της Νεαπόλεως ,και το Τσαρικλί ,που ανήκε στην περιφέρεια της
Νίγδης. Αργότερα, οι κάτοικοί του άφησαν τα υπόγεια σπίτια και ανέβηκαν
στην επιφάνεια χωρίς όμως να καταστρέψουν τις κατακόμβες. Κόσμημά του ο
ναός του Αγίου Βασιλείου που χτίστηκε το 1844. Οι δυσκολίες τους έκαναν σκληρούς
και άφοβους. Ο Ι. Βαλαβάνης τους χαρακτηρίζει στο βιβλίο του «τα
Μικρασιατικά» ως τους «Μανιάτες της Μικρά Ασίας» κι αυτό γιατί οι Τούρκοι
δεν μπορούσαν να πλησιάσουν εύκολα το χωριό. Παράλληλα ήταν άνθρωποι θεό-
σεβούμενοι, άλλωστε δε θα μπορούσαν να ήταν διαφορετικοί αφού μεγάλες
μορφές της εκκλησίας μας γεννήθηκαν και μεγαλούργησαν στη γη αυτή της
Καππαδοκίας: οι ιεράρχες Βασίλειος ο Μέγας από την Καισάρεια , Γρηγόριος
Ναζιανζηνός και Γρηγόριος ο Νύσσης ήταν γνήσιοι Καππαδόκες και φωστήρες της
οικουμένης, που με την διδασκαλία τους φώτισαν τις καρδιές των ανθρώπων και
έβαλαν τα θεμέλια του Χριστιανισμού. Έτσι εξηγείται η πολύ συχνή χρήση
ονομάτων από το θρησκευτικό χώρο από τους Μιστιώτες. Τα πιο κοινά από αυτά
είναι:
Αβράμ(Αβουργάμης),Απόστολος(Απόστιλκος),Βασίλειος,Βλάσιος,Γεώργιος,Γρηγόριος,Ελευθερία(Λευτέρνα
ή Δεφτέρνα ή Ελευθερίνη),Ελευθέριος(Δεφτέρης),Ελισάβετ,(λισάφ)
Ιερεμίας(Ερεμίας),Θωμάς,Ιορδάνης,Κυριακή,Κλήμης,Κοσμάς,Μαρία,Παρθένα,Πρόδρομος(Πρόϊμος),Ευφραίμ,
Συμεών(Συμοχός),Χαράλαμπος, Σταυρούλα και πολλά άλλα, πάντα από τον
θρησκευτικό χώρο. Το μοναδικό όνομα που υπάρχει και ανήκει στον γεωγραφικό
χώρο είναι το Βενέτιος ίσως από την αίγλη που είχε αποκτήσει η Βενετία
εκείνη την εποχή.
Οι χοροί τους κι αυτοί θρησκευτικοί ,τελετουργικοί, κάθε χορός έφερε το
όνομα κι ενός αγίου (ο χορός του Αϊ Βασίλη, του Πάσχα, του Αϊ Σάββα
κ.λ.π.). Πολλοί υποστηρίζουν ότι οι χοροί τους προέρχονται από την
αρχαιότητα και είναι παρόμοιοι αν όχι ίδιοι, με την κάθοδο της θεάς
Δήμητρας στον Αδη και με άλλους αρχαίους χορούς. Οι επαγγελματικές τους
ασχολίες εκτός από τη γεωργία αφορούσαν την κατασκευή παπλωμάτων και
κετσέδων (κάπες).
Οι οικογένειές τους ήταν πατριαρχικές και διαπνέονταν από σεβασμό προς τους
μεγαλύτερους και ειδικότερα στους γέροντες.
|